Κύριο περιεχόμενο

Συναισθηματική Νοημοσύνη – EQ – Μεγαλώνοντας Ισορροπημένα Παιδιά

Φανταστείτε το παρακάτω -αρκετά ρεαλιστικό- σενάριο:

Μετά από μία πολύ κουραστική μέρα στην δουλειά οδηγείτε προς την κοντινή παιδική χαρά. Η μικρή σας κόρη ουρλιάζει από το πίσω κάθισμα γιατί θέλει να την πάτε στο λούνα παρκ, στην άλλη άκρη της πόλης. Της λέτε ότι σήμερα είναι αδύνατον, αλλά εκείνη φωνάζει ακόμα πιο επίμονα. Και εσείς πλέον έχετε πονοκέφαλο.

Πώς αντιδράτε;

α. Αρχίζετε να της φωνάζετε και να την απειλείτε ότι θα γυρίσετε πίσω και δεν θα πάει πουθενά.

β. Την πάτε στο λούνα παρκ, γιατί δεν αντέχετε την γκρίνια της. Τώρα, όμως, είστε εσείς μουτρωμένος και δεν έχετε κουράγιο για περισσότερα παιχνίδια.

γ. Της εξηγείτε ότι σήμερα είστε κουρασμένος γιατί είχατε πολύ δουλειά. Την ρωτάτε αν για κάποιον λόγο δεν της αρέσει η παιδική χαρά και της υπόσχεστε ότι με την πρώτη ευκαιρία, π.χ. το σαββατοκύριακο, θα την πάτε όπου θέλει.

Οι περισσότεροι γονείς πιθανώς θα αντιδράσουν σύμφωνα με τις δύο πρώτες απαντήσεις. Η τρίτη είναι αρκετά δύσκολo να εφαρμοστεί σε στιγμές που το κουράγιο μας στερεύει. Κι όμως, είναι αυτή που θα επιφέρει τα καλύτερα αποτελέσματα. Έτσι, τουλάχιστον, υποστηρίζει η θεωρία της συναισθηματικής νοημοσύνης –του λεγόμενου E.Q.

E.Q. και I.Q.: Δύο αντίθετες και αλληλοσυμπληρούμενες έννοιες

Μέχρι πριν μερικά χρόνια οι περισσότεροι γονείς πίστευαν ότι το να φροντίσουν για την πνευματική και νοητική πρόοδο τον παιδιών τους αποτελούσε κύριο μέλημα στον σκοπό τους να δημιουργήσουν αυτάρκεις και ικανούς ανθρώπους. Ωστόσο, είναι η θεωρία της συναισθηματικής νοημοσύνης (EQ), η οποία έγινε ευρέως γνωστή από τον δρ. Daniel Goleman, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, που βρίσκει όλο και περισσότερους υποστηρικτές τα τελευταία χρόνια, καθώς έμπρακτα αποδεικνύεται πως η πραγματική ευφυΐα -αυτή που πραγματικά μας «πάει μπροστά»- δεν είναι μόνο διανοητική (ΙQ).

Ο Goleman ορίζει την συναισθηματική νοημοσύνη ως την «ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τα δικά του συναισθήματα, να τα κατανοεί και να τα ελέγχει. Είναι επίσης η ικανότητα να αναγνωρίζει και να κατανοεί τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω του και να μπορεί να χειρίζεται αποτελεσματικά τόσο τα δικά του συναισθήματά του όσο και τις διαπροσωπικές του σχέσεις». Στο ομώνυμο βιβλίο του γράφει πως «η οικογενειακή ζωή είναι το πρώτο σχολείο της συναισθηματικής μάθησης». Με αφορμή τον σημαντικό ρόλο των γονιών ο δρ. John Gottman, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, δημοσιεύει το 1997 το βιβλίο «Η συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών».

Τα συμπεράσματα του βιβλίου βασίζονται σε εικοσαετείς έρευνες και μελέτες πάνω στην αλληλεπίδραση γονιών-παιδιών και από αυτές προκύπτουν συμπεράσματα που συγκλίνουν στο ότι «οι γονείς που προσφέρουν στα παιδιά τους καθοδήγηση στον κόσμο των συναισθημάτων μεγαλώνουν συναισθηματικά υγιέστερα παιδιά. Παιδιά πιο ανθεκτικά και ευπροσάρμοστα. Παιδιά που σαφώς λυπούνται ή φοβούνται ή θυμώνουν όπως όλα τα παιδιά, αλλά είναι πιο ικανά να χαλαρώνουν, να βγαίνουν από την δύσκολη θέση και να συνεχίζουν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες. Με άλλα λόγια, παιδιά που διαθέτουν περισσότερη συναισθηματική νοημοσύνη».

Η εκμάθηση της παιδικής συναισθηματική νοημοσύνης στην πράξη:

Ένα από τα χαρακτηριστικά του EQ, που έρχεται σε αντίθεση με το IQ, είναι ότι ενώ το IQ είναι κάτι προκαθορισμένο από τη γέννηση του ανθρώπου με μικρά περιθώρια εξέλιξης, το EQ αναπτύσσεται σταδιακά και σε οποιαδήποτε ηλικία. Έτσι, είναι στο χέρι πρώτα των γονιών να δημιουργήσουν τις βάσεις ώστε τα παιδιά τους να έχουν καλή σχέση πρώτα με τον ίδιο τους τον εαυτό και έπειτα με τους άλλους. Να γίνουν οι «συναισθηματικοί τους μέντορες». Πώς θα το πετύχουν αυτό; Ο δρ. Gottman αναφέρει τα χαρακτηριστικά των γονιών που εφαρμόζουν την συναισθηματική αγωγή:

-Βλέπουν τα αρνητικά συναισθήματα των παιδιών τους ως μία ευκαιρία για επικοινωνία και τρυφερότητα. Αφιερώνουν, λοιπόν, χρόνο σε ένα λυπημένο, θυμωμένο ή φοβισμένο παιδί για να εκφράσει τα συναισθήματά του. Με τον ίδιο τρόπο αντιδρούν σε κάθε συναισθηματική κατάσταση του παιδιού.

-Μιλούν καθησυχαστικά στο παιδί. Το βοηθούν να κατονομάσει το συναίσθημα που νιώθει, ενώ θέτουν όρια ως προς την έκφραση του συναισθήματος (π.χ. εξηγούν στο παιδί ότι το να σπάσει όλα του τα παιχνίδια δεν αποτελεί λύση στον θύμο του. Το να συζητήσει, όμως, μαζί τους γιατί είναι θυμωμένο μπορεί να βοηθήσει να νιώσει καλύτερα).

-Έχουν επίγνωση και εκτιμούν τα δικά τους συναισθήματα. Έτσι, δεν συγχύζονται ή αγχώνονται όταν τα παιδιά τους εκφράζουν τα συναισθήματά τους –γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν.